Από την άλλη, υπάρχουν και οι χρόνιες "αδυναμίες". Εκείνες που δύσκολα θα παραδεχτείς ότι αγαπάς πραγματικά, αλλά πάντα τις γουστάρεις. Για αυτές δεν ενδιαφέρεσαι και τόσο για το πού θα πάνε, αν και συνέχεια παρακολουθείς την πορεία τους. Αν τύχει όμως και πάνε τελικό, τότε ξέρεις πως θα το έχεις ήδη απολαύσει.
Το 1966 λοιπόν, η Αγγλία έφτασε εκεί. Ως "αδυναμία", το έκανε με αρκετά απολαυστικό τρόπο. Ίσως όχι δίκαιο, ίσως όχι θεαματικό, αλλά με τον μοναδικό αγγλικό, ποδοσφαιρικό τρόπο...
Aς αρχίσουμε όμως πρώτα με το μουντιάλ της Χιλής...
ΧΙΛΗ 1962
Η αναδρομή στο μουντιάλ της Χιλής ξεκινά με μια ιδιατερότητα: από τις τρεις υποψήφιες για την ανάληψη του τουρνουά χώρες (Αργεντινή, Χιλή, Δ.Γερμανία), οι Χιλιανοί συγκέντρωναν τις λιγότερες πιθανότητες. Πιο πιθανοί μουσαφίρηδες έμοιαζαν οι Αργεντίνοι, αφού οι Λατινοαμερικάνοι υποστήριζαν πως είχε πια έρθει η σειρά τους, ενώ οι Γερμανοί περίμεναν στη γωνία. Ένα καταστροφικό γεγονός ωστόσο, οδήγησε τη FIFA να λάβει μια διαφορετική απόφαση. Ήταν ο φοβερός σεισμός του 1960 (9,6 βαθμοί της κλίμακας ρίχτερ) που κατέστρεψε τη Χιλή, με την τραγωδία της χώρας να συγκινεί όλο τον πλανήτη και μαζί και τον ποδοσφαιρικό κόσμο. Η -ιστορική πλέον-δήλωση του προέδρου της χιλιανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας Carlos Dittborn, “because we have nothing, we will do everything” άγγιξε την επιτροπή, που έδωσε τελικά το χρίσμα στους συμπαθείς Χιλιανούς. Οι μεγαλύτερες απούσες του τουρνουά ήταν η Γαλλία και η Σουηδία, ενώ για πρώτη φορά συμμετείχαν οι Κολομβιανοί και οι Βούλγαροι, με τα κασκόλ του μΠΑΟΚ όπως καταλαβαίνετε να κατακλύζουν την πλατεία του Σαντιάγο. Το σύστημα διεξαγωγής, αν και με κάποιες μικρές παρεκκλίσεις, είχε ευτυχώς “στρώσει”, οπότε ακολoυθήθηκε η ίδια μορφή. Εκείνες που αποχαιρέτησαν νωρίς ήταν η -και πάλι απογοητευτική- Αργεντινή, οι αποδυναμωμένοι Ουραγουανοί και οι multicultural Ισπανοί, οι οποίοι σε εκείνο το τουρνουά είχαν στις τάξεις τους έναν Ούγγρο (Πούσκας), έναν Αργεντίνο (Ντι Στέφανο), έναν Ουρουγουανό (Σανταμαρία) και έναν Παραγουανό (Μαρτίνεζ). Έκπληξη επίσης αποτέλεσε και ο πρόωρος αποκλεισμός της ιταλικής ομάδας. Οι αντζούρι έπεσαν θύμα της μαχητικότητας της Χιλής, που με άσημους παίκτες αλλά με πνεύμα ομοψυχίας, πεισμωμένη από το σεισμό, και με τους οπαδούς στο πλευρό της, τους έριξε στο καναβάτσο στο μεταξύ τους παιχνίδι που θα έκρινε τη 2η θέση του δεύτερου ομίλου (η πρώτη είχε καπαρωθεί από τη Δ.Γερμανία).
Εκείνο το ματς μάλιστα έμεινε γνωστό ως “Η Μάχη του Σαντιάγο” (The Battle of Santiago), κατά τη “Μάχη της Βέρνης” του 1954, αφού για ακόμη μία φορά η αναμέτρηση κατέληξε να έχει ελάχιστη σχέση με ποδοσφαιρικό αγώνα.
Οι αντεγκλήσεις είχαν αρχίσει από πριν, όταν δύο απεσταλμένοι Ιταλοί δημοσιογράφοι έγραφαν διαρκώς υποτιμητικά σχόλια τόσο για την -κατά τα άλλα άρτια- διοργάνωση, όσο και για την ίδια τη χώρα της Χιλής. Οι υπερήφανοι Χιλιανοί ασφαλώς και δεν το άφηναν να περάσει έτσι, ψάχνοντας μανιωδώς να τους βρουν έχοντας φέρει και “κάτι φίλους”. Τελικά αυτός που την πλήρωσε ήταν ένας Αργεντίνος δημοσιογράφος, τον οποίο πέρασαν για Ιταλό κάποιοι μεθυσμένοι σε ένα μπαρ και τον έκαναν να μετανοιώσει που άφησε τη θέση του γραμματέα στη σχολή τάνγκο του (μετανάστη από το Σουφλί στο Μπουένος Άιρες) συγγενή του προπάππου του Director. Οι δύο πραγματικοί υπαίτιοι φυγαδεύθηκαν κρυφά από τη χώρα λίγες μέρες αργότερα, ωστόσο τα αίματα είχαν ανάψει παραμονές του αγώνα και το τεταμένο κλίμα συνεχίστηκε και εντός αγωνιστικού χώρου. Οι Ιταλοί, που εκείνη την περίοδο είχαν εισάγει στον τρόπο παιχνιδιού τους τα πιο αποτελεσματικά στοιχεία από διάφορες πολεμικές τέχνες, τελείωσαν το παιχνίδι με 9 παίκτες - κάτι που από μόνο του αποτελεί σκάνδαλο. Την ίδια ώρα, οι Χιλιανοί δεν έμεναν με τη σειρά τους παθητικοί στο γρασίδι και ανταπέδιδαν στα μπουνίδια με τον πλέον ευγενικό τρόπο...
Πέραν της τίμιας και συγκινητικής χιλιανικής ομάδας, η διοργάνωση είχε να επιδείξει μόνο άλλο ένα ατού: call me Mπραζίλ. Ούτε οι φαντεζί Βραζιλιάνοι ωστόσο συνέβαλαν στο να διατηρηθεί ο μέσος όρος γκολ πάνω από 3 ανά αγώνα, όπως συνέβη σε όλες τις προηγούμενες διοργανώσεις (ουδέποτε έκτοτε έχει υπάρξει αντίστοιχα “παραγωγικό” τουρνουά). Ο Πελέ, γνωστός πλέον στο παγκόσμιο κοινό, δε μπόρεσε να βοηθήσει πολύ την ομάδα του μια και αγωνίστηκε μόνο σε ένα ματς λόγω τραυματισμού. Επάξιος αντικαταστάτης του ήταν ο Αμαρίλντο, που μαζί με τον Βαβά, τον Ζίτο και τον Γκαρίντσα οδήγησαν τη Σελεσάο στην πρώτη θέση του κόσμου για δεύτερο συνεχόμενο μουντιάλ. Ο Γκαρίντσα άλλωστε, ήταν πιο ώριμος ποδοσφαιρικά, αφού όντας σε μεγαλύτερη ηλικία είχε πιει πολύ παραπάνω αλκοόλ απ’ότι τέσσερα χρόνια νωρίτερα και οι κινήσεις του είχαν γίνει ακόμα πιο απρόβλεπτες (συνεπικουρούμενος ασφαλώς από το γεγονός ότι το ένα του πόδι ήταν πιο κοντό από το άλλο). Εκτός από δύσμορφο πλάσμα,το "Μικρό Πουλί" ήταν επιπλέον και λίγο χαζός (ακόμα και για ποδοσφαιριστής, φανταστείτε δηλαδή...), και φήμες αναφέρουν πως πριν την έναρξη του τελικού ρώτησε τον προπονητή στα αποδυτήρια: “Kόουτς, τι πάμε να παίξουμε σήμερα, πότε πάμε τελικό?”, και μόλις πήρε την απάντηση ότι επρόκειτο για το μεγάλο ματς έκανε σα μωρό παιδί γιατί θα τον έβλεπε κόσμος. Τόσο χαζός.
Σε κάθε περίπτωση, ήταν εκείνος που με μια ακόμη μεγαλειώδη εμφάνιση κόντρα στους Άγγλους (3-1) έδειξε το δρόμο προς τα ημιτελικά, ενώ πέτυχε άλλα δύο γκολ, όσα και ο Βαβά, στη νίκη επί της διοργανώτριας Χιλής στους “4” του θεσμού (4-2 το τελικό σκορ). Η Χιλή είχε φτάσει εκεί κλείνοντας το σπίτι της Πρωταθλήτριας Ευρώπης, Σοβιετικής Ένωσης, σε μια αναμέτρηση κατά την οποία ο μέγας τερματοφύλακας της ΕΣΣΔ, Λεβ Γιασίν, έκανε το ένα λάθος πίσω από το άλλο. Οι τύψεις που θα ένοιωσε ο κατά πολλούς κορυφαίος γκολκίπερ του πλανήτη μάλιστα πρέπει να έγιναν ακόμη μεγαλύτερες, όταν έπειτα από ένα παιδαριώδες σφάλμα του ο επιθετικός των γηπεδούχων Ελάντιο Ρόχας σημείωσε το 2ο και νικητήριο γκολ για τους Χιλιανούς και αμέσως έσπευσε να τον αγκαλιάσει. Οι διοργανωτές ήταν η έκπληξη του τουρνουά, καταλαμβάνοντας την 3η θέση κερδίζοντας τους Γιουγκοσλάβους στο μικρό τελικό και γεμίζοντας χαρά τους ταλαιπωρημένους συμπατριώτες τους.

Αντίπαλος της σελεσάο στον τελικό ήταν η Τσεχοσλοβακία, που με τη σειρά της είχε πετάξει έξω Ούγγρους και Γιουγκοσλάβους, αλλά δε μπόρεσε να ολοκληρώσει το θαύμα. Κανείς εκείνη την περίοδο δε μπορούσε να νικήσει εκείνη τη Βραζιλία. Η ομάδα της κεντρικής Ευρώπης προηγήθηκε, κλείστηκε πίσω για να αυξήσει τις πιθανότητες θαύματος, αλλά ο Γκαρίντσα ο Βαβά κι ο Αμαρίλντο είχαν και πάλι μεγάλα κέφια και οδήγησαν τη σελεσάο στην ανατροπή του εις βάρος της αποτελέσματος. Το τελικό 3-1 μάλλον ευχαριστημένους πρέπει να αφήνει τους Τσεχοσλοβάκους, ενώ η τηλεοπτική μετάδοση της βραζιλιάνικης τηλεόρασης έκλεισε με την πλέον αστεία αποφώνηση, ακόμη καλύτερη και από τα “φιλάκια ρουφηχτά” της Πετρούλας. Μέσα στους ξέφρενους πανηγυρισμούς των Βραζιλιάνων για τη δεύτερη κατάκτηση του τροπαίου, ο δημοσιογράφος καλεί τον πρωταγωνιστή Γκαρίντσα να απευθύνει χαιρετισμό στους συμπατριώτες τους που χόρευαν μπροστά από τις τηλεοράσεις, λέγοντας ένα “αντίο” στο μικρόφωνο. Και ορίστε η δήλωση Γκαρίντσα: “Αντίο μικρόφωνο”...
ΑΓΓΛΙΑ 1966
Αν ζητήσει κάποιος προγνωστικά από ένα μέσο Άγγλο (δηλαδή όλους τους Άγγλους) αναφορικά με την εξέλιξη του φετινού Παγκοσμίου Κυπέλλου, η πιθανότερη απάντηση που θα πάρει είναι η εξής: “It’s coming home”. Υπό το φόβο του Λιακό παρακάμπτω τους τίτλους ιδιοκτησίας του αθλήματος (αποκλείεται να μην έχει υποστηρίξει πως ο Πλάτωνας έπαιζε μπάλα στα διαλείμματα με τον Αριστοτέλη), και τοποθετώ την ελπίδα τους να γυρίσει στο Νησί στο προ 44 ετών τουρνουά. Το μοναδικό μέχρι στιγμής τρόπαιο των Λιονταριών σε μεγάλη διοργάνωση, το οποίο μάλιστα κατέκτησαν όντως σπίτι τους... Γυρνώντας πίσω στο χρόνο, ήταν το 1960 όταν η FIFA αποφάσιζε να αναθέσει τη διεξαγωγή του 7ου μουντιάλ στους Εγγλέζους, ως φόρο τιμής για τη συμπλήρωση εκατό χρόνων ζωής της αγγλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Ήταν ένα πολύ καλό τουρνουά από πλευράς οργάνωσης, μολονότι όχι και τόσο θεαματικό μια και η τακτική είχε αρχίσει να μπαίνει για τα καλά στη ζωή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, εκτοπίζοντας σιγά-σιγά το θέαμα. Πριν την έναρξη ωστόσο τα πράγματα δεν έμοιαζαν και τόσο ρόδινα. Από τη μία, η κλοπή τους τροπαίου της χρυσής “Νίκης” είχε ενσπείρει αμφιβολίες αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των διοργανωτών και μόλις τελευταία στιγμή σώθηκε η υπόληψη τους, χάρη στην πρωτοβουλία του σκύλου Pickles να κατουρήσει την περιοχή του. Από την άλλη, οι Αφρικανικές χώρες μποϋκόταραν τη διοργάνωση εξαιτίας των όρων διεξαγωγής των προκριματικών, που τους υποχρέωνε να δώσουν μπαράζ με τη νικήτρια χώρα της ασιατικής ή της Ωκεανίας ζώνης.
Κάνοντας λόγο για πολιτικές διακρίσεις από μεριάς FIFA, οι υποψήφιες από τη Μαύρη Ήπειρο αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν, και έτσι τα 16 εισιτήρια μοιράστηκαν ως εξής: 10 στην Ευρώπη (Αγγλία, Ιταλία, Πορτογαλία, Δ.Γερμανία, Ισπανία, Ουγγαρία, ΕΣΣΔ, Γαλλία, Ελβετία, Βουλγαρία), 4 στη Λατινική Αμερική (Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή, Ουρουγουάη), κι από ένα στην Κεντρική-Βόρεια Αμερική (Μεξικό) και στην Ασία (Β.Κορέα). Παρά την αποχώρηση των Αφρικανών, σημειώθηκε ρεκόρ συμμετοχής στην προκριματική φάση με το σύνολο να ξεπερνά τις 70 χώρες (εμείς οι Έλληνες τον ήπιαμε από ΕΣΣΔ και Δανία), και οι “πρωτιές” δε σταματούν εκεί: επρόκειτο για το πρώτο τουρνουά που χρησιμοποίησε αντι-ντόπινγκ κοντρόλ στους ποδοσφαιριστές, ήταν η πρώτη φορά που ο κόσμος είδε κλήρωση ποδοσφαιρικής διοργάνωσης να μεταδίδεται ζωντανά από την τηλεόραση και τέλος, ήταν το πρώτο μουντιάλ που αποκτούσε μασκότ. Το όνομα αυτής Γουίλι, το λιοντάρι που φοράει τη φανέλα- σημαία της Βρετανίας και κλωτσάει χαρούμενα το τόπι. Ο Γουίλι θα πανηγύριζε πολλές φορές στη διοργάνωση, αρχής γενομένης από τη φάση των ομίλων. Εκεί όπου οι διοργανωτές είχαν σχετικά εύκολο έργο και κατέκτησαν την πρώτη θέση πάνω από Ουρουγουάη, Μεξικό και Γαλλία, παίζοντας όχι ελκυστικό ποδόσφαιρο αλλά κυρίως καλή άμυνα (δε δέχτηκαν γκολ μέχρι τα ημιτελικά ). Αξίζει να σημειωθεί πως σε εκείνο τον όμιλο επιτεύχθηκε ένα σημαντικό ατομικό ρεκόρ που κρατάει μέχρι σήμερα. Ο Μεξικανός τερματοφύλακας Αντόνιο Καρμπαχάλ συμμετείχε στο 5ο μουντιάλ της καριέρας του, επίδοση που ισοφάρισε χρόνια αργότερα μόνο ο Λόταρ Ματέους. Στο β’ όμιλο δεν είχαμε έκπληξη, με τους Δυτικογερμανούς και Αργεντίνους να παίρνουν τα εισιτήρια για τους “8”. Στους υπόλοιπους δύο ομίλους όμως, έπεσαν βόμβες μεγατόνων (μην τα ξαναλέμε για τα κλισέ...).
Ο τρίτος ήταν ο όμιλος του θανάτου, αφού πλην της αδύναμης Βουλγαρίας, οι υπόλοιπες 3 (Βραζιλία, Πορτογαλία και Ουγγαρία) κυνηγούσαν με αξιώσεις την πρόκριση. Το μάρμαρο τελικά πλήρωσαν οι Βραζιλιάνοι, που αυτή τη φορά δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν τα επιφωνήματα θαυμασμού που τα πλήθη έβγαζαν στη θέα της κιτρινοπράσινης εμφάνισης. Η αλήθεια βέβαια είναι πως στάθηκε και αρκετά άτυχη, μια και ο Πελέ τραυματίστηκε και πάλι στο πρώτο (και μοναδικό νικηφόρο για τη σελέστε) ματς απέναντι στη Βουλγαρία, ενώ ο Γκαρίντσα είχε βρει την Ιθάκη του στο ποτό αδιαφορώντας για το ποδόσφαιρο. Η ήττα από την Ουγγαρία (3-1) δυσκόλεψε πολύ την κατάσταση για τους Βραζιλιάνους, ενώ στατιστικά παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί αποτελεί το μοναδικό παιχνίδι από τα 60 που έδωσε ο Γκαρίντσα με τη φανέλα της εθνικής στο οποίο αποχώρησε ηττημένος. Το τελευταίο ματς λοιπόν ανάμεσα σε Μπραζίλ και Πο(υ)ρτουγκάλ απέκτησε το χαρακτήρα “η ζωή σου, ο θάνατος μου”, ο Πελέ επιστρατεύτηκε αν και τραυματίας, αλλά αυτοί που στο τέλος χαμογέλασαν ήταν οι Πορτογάλοι. Ο μεγάλος Εουσέμπιο αποδείχθηκε ο δήμιος των πρωταθλητών κόσμου, δίνοντας με δύο δικά του τέρματα τη νίκη στους Ίβηρες (3-1) και δημιουργώντας προσδοκίες μέχει και για κατάκτηση του τροπαίου.
Ο “μαύρος πάνθηρας” από τη Μοζαμβίκη ήταν τελικά και ο πρώτος σκόρερ του τουρνουά και μάγεψε και στο επόμενο παιχνίδι, ωστόσο για να φτάσουμε εκεί έπρεπε πρώτα να λάβει χώρα η πιο ντροπιαστική ήττα στην ποδοσφαιρική ιστορία της εθνικής Ιταλίας. Με εξαίρεση την πολύ καλή ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, οι υπόλοιπες δύο ομάδες του ομίλου φάνταζαν εύκολη λεία για τη “σκουάντρα ατζούρα”. Η Χιλή και ειδικά η Βόρειος Κορέα δε μπορούσαν να απειλήσουν καμία εκ των δύο επικεφαλής, κάτι που επιβεβαιώθηκε στην πρεμιέρα. Το -φαινομενικά- μοναδικό αμφίρροπο παιχνίδι, εκείνο ανάμεσα σε Σοβιετικούς και Ιταλούς, έληξε 1-0 υπέρ των πρώτων, με τον Λεβ Γιασίν να παίρνει την ομάδα στις πλάτες του και μαζί το αίμα του πίσω (για τα λάθη στο μουντιάλ της Χιλής). Έτσι, η Ιταλία το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν το αυτονόητο, δηλαδή να κερδίσει τη Β.Κορέα.
Η μπάλα όμως, είπαμε, παίζει άτιμα παιχνίδια. Οι 11 μουτζαχεντίν της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας, ακολουθώντας το ομαδικό πνεύμα κατά το οποίο “το’να χέρι νίβει τ’άλλο και τα δυο το πρόσωπο” (όλοι άλλωστε θα είχαν το ίδιο πρόσωπο, δε μπορεί...), τρέχουν άτακτα για ένα 90λεπτο και πάνε όλοι μαζί όπου πάει η μπάλα. Οι πολεμικές κραυγές που βγαίνουν κατά καιρούς από το στόμα τους αφοπλίζουν στην φάση του 43ου λεπτού την ιταλική άμυνα, και ο ήρωας Pak Doo-Ik βρίσκεται δευτερόλεπτα μετά πνιγμένος στην αγκαλιά των Πακ-Παρκ-Ιλ-Γιαν-Λι-Ζι-Γου κλπ. (ενώθηκαν όλοι για να πετύχουν την “αγκαλιά” γιατί διαφορετικά δεν έφταναν να περικυκλώσουν τον σκόρερ). Προς έκπληξη όλων το 1-0 παραμένει μέχρι το τέλος της αναμέτρησης, οι 10 (!!!) φίλαθλοι της Κορέας πανηγυρίζουν έξαλλα στις εξέδρες και το ιταλικό έθνος σκύβει το κεφάλι ατιμασμένο από τη ντροπή:Οι Κορεάτες μάλιστα, έχοντας πάρει φόρα από την ανέλπιστη επιτυχία, λίγο έλειψε να κάνουν τη ζημιά και στους Πορτογάλους κατά την προημιτελική φάση. Πριν ακόμα καλά-καλά το πάρoυν χαμπάρι, οι Ίβηρες βρέθηκαν πίσω στο σκορ με 0-3 πριν συμπληρωθεί το πρώτο 25λεπτο. Κάπου εκεί όμως ανέλαβε δράση ο Εουσέμπιο, και με 4 γκολ οδήγησε την ομάδα του στα ημιτελικά (5-3). Αντίπαλος η διοργανώτρια Αγγλία, που για να φτάσει εκεί ξεπέρασε με δυσκολία (και πολύ ξύλο) το εμπόδιο της Αργεντινής. Πρόκειται για ένα ακόμη ιστορικό ματς, μια και από εκεί ξεκίνησε η μεγάλη ποδοσφαιρική κόντρα των δύο χωρών, η ένταση της οποίας ασφαλώς και έγινε εξαιρετικά μεγαλύτερη λίγα χρόνια αργότερα εξαιτίας των πολιτικών συνθηκών- αλλά θα φτάσουμε κάποια στιγμή κι εκεί. Προς το παρόν, οι Άγγλοι εξασφάλισαν τη θέση στους “4” έπειτα από ένα παιχνίδι που στη μνήμη των Λατινοαμερικάνων έμεινε γνωστό ως “η κλοπή του αιώνα”, λόγω της όχι και τόσο ισότιμης μεταχείρισης των δύο ομάδων από πλευράς διαιτησίας.
Πέραν των πολλών άλλων αμφιλεγόμενων αποφάσεων, πιο κραυγαλέα ήταν η αποβολή του Αργεντίνου μέσου Ρατίν, που κατηγορήθηκε πως έβρισε το διαιτητή με μια κακή αγγλική λέξη, από αυτές που μετά σου βάζουν πιπέρι στο στόμα. Σημαντική λεπτομέρεια? Ο Ρατίν δε μιλούσε γρι αγγλικά. Να πούμε βέβαια πως ο οξύθυμος Αργεντίνος δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια. Πριν ξεκινήσει εντατικά μαθήματα αγγλικής γλώσσας για να βρίσει στ’ αλήθεια το Γερμανό διαιτητή, φρόντισε πρώτα να κάνει το γήπεδο μπουρδέλο αρνούμενος να βγει (δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν άλλωστε), ενώ όταν τελικά πήρε το δρόμο προς τα αποδυτήρια έκανε πρώτα μια επιδεικτική στάση στο κόκκινο χαλί που είχε στρωθεί για την υποδοχή της βασίλισσας Ελισσάβετ (της Βου), και κάθισε πάνω του λερωμένος σα γουρούνι. Ο Ρατίν ήταν και ο παίκτης που “ευθύνεται” για τη θέσπιση της κίτρινης και κόκκινης κάρτας ως μέτρου κυρώσεων για τους ποδοσφαιριστές (μέχρι τότε είχαμε μόνο τις απευθείας αποβολές), αφού μόνο μετά τα τερτίπια του η FIFA άρχισε να εξετάζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εντός γηπέδου, το ξύλο συνεχιζόταν για τα καλά, η Αγγλία πέτυχε ένα γκολ 12’ πριν τη λήξη με τον Τζεφ Χερστ, και ο (θρυλικός) προπονητής της Άλφρεντ Ράμσεϊ έδωσε εντολή στους παίκτες του να μην ανταλλάξουν φανέλες με “ζώα”, όπως χαρακτήρισε τους αντιπάλους. Αυτό το παιχνίδι σηματοδοτεί την αφετηρία μιας από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές κόντρες στην ιστορία του αθλήματος...
Μετά το μεγάλο παιχνίδι με τους Αργεντίνους, οι Άγλοι αντιμετώπισαν λοιπόν την επίσης ισχυρή Πορτογαλία του Εουσέμπιο. Ο Μοζαμβικανός ήταν εντυπωσιακός σε όλο το τουρνουά, ωστόσο το γκολ που πέτυχε σε εκείνο το ματς δεν ήταν αρκετό για την ομάδα του και οι διοργανωτές ήταν εκείνοι που πανηγύρισαν την πρόκριση στον τελικό χάρη σε δύο γκολ του σερ Μπόμπι Τσάρλτον (2-1). Και πάλι είχαμε φωνές για τη διαιτησία από πλευράς Πορτογάλων, αλλά δεν θα επεκταθώ περισσότερο γιατί θα καταντήσω κλαψιάρης σαν το Μπαναότη. Συνδιεκδικήτρια του τροπαίου ήταν η Δ.Γερμανία, που είχε αφήσει εκτός τη Σοβιετική Ένωση στον άλλο ημιτελικό, και όπως γίνεται αντιληπτό το ενδεχόμενο να έβρισκες μπύρα εκείνο το απόγευμα στο Λονδίνο δε συγκέντρωνε και πολλές πιθανότητες...Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια και εκτενείς έρευνες του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για να διαπιστωθεί (?) πως τελικά η μπάλα ουδέποτε πέρασε τη γραμμή, αλλά πλέον καμία σημασία δεν έχει- αντιθέτως όλη αυτή η ίντριγκα έκανε το κύπελλο πιο “γλυκό” για τους Άγγλους. Οι Γερμανοί δεν είχαν απάντηση για το 3-2, και ο Χερστ ολοκλήρωσε τον θρίαμβο πετυχαίνοντας τέταρτο γκολ για την οικοδέσποινα, την ώρα που αρκετοί μεθυσμένοι Άγγλοι είχαν μπει στον αγωνιστικό χώρο πριν σουτάρει. Η περιγραφή της φάσης από τον σπορκάστερ της αγγλικής τηλεόρασης είναι ένα από τα World Cup classics: “some people are on the pitch, they think it’s all over... It is now!” (όπου “now” βάλτε το 4ο). Ο Τζεφ Χερστ έγινε ανώτερος και από τη βασίλισσα εκείνη τη μέρα, αγιοποιήθηκε από τους Άγγλους και μπήκε για πάντα στις καρδιές τους, την ίδια ώρα που έμπαινε και στο βιβλίο της ποδοσφαιρικής Ιστορίας ως ο μοναδικός μέχρι και σήμερα παίκτης που έχει σημειώσει χατ-τρικ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ένα κλεμμένο τρόπαιο λοιπόν, ένας σκύλος σωτήρας, ένα λιοντάρι με ρούχα, φωνές για τη διαιτησία, ένα γκολ που ποτέ δε μπήκε, αλλά με τη βοήθεια των Γκόρντον Μπανκς, Μπόμπι Μουρ, Τζίμι Γκριβς, Τζεφ Χερστ, Μπόμπι Τσάρλτον: (στο τέλος) god saved the queen...





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου