Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Aρχίζει το ματς... (β' μέρος: the 1950s)

Καλώς ήρθες καινούριο μας blog. Είθε να μας προσφέρεις τόσες πολλές συγκινήσεις όσες οι φακίδες του οικοδεσπότη μας για τον επόμενο μήνα, Νέλσον Μαντέλα.
Γιατί όπως και να το κάνουμε, είμαστε μουντιαλικοί τύποι...




Στο δια ταύτα:
Το τεχνικό κομμάτι επιβλήθηκε του δημιουργικού κατά τη χθεσινή ημέρα, επομένως η συνέχιση του αφιερώματος βγήκε λίγο εκτός προγράμματος. Η μουντιαλική πρόοδος του νεογέννητου blog μπορεί φαινομενικά να είναι αργή, ωστόσο θα επιδιώξω με όλες μου τις δυνάμεις να είναι και σταθερή, για ένα και μόνο λόγο: για να φορέσει ο administrator Legend τη φανέλα της Ελβετίας στα προημιτελικά (τσέκαρε σε παρακαλώ πώς διασταυρώνονται οι όμιλοι παιδικέ μου φίλε και θα καταλάβεις τι εννοώ...). Το έχει δηλώσει εγγράφως, και ως κύριος οφείλει να τηρήσει το λόγο του. Διαφορετικά θα ζητήσω επιβολή κυρώσεων από το Μεγάλο Πανόπτη.
Όσο για το αφιέρωμα, παραθέτω για σήμερα τα τρία επόμενα μουντιάλ που έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του '5ο, και έχει ο Θεός Ντιέγο...





BRAZIL 1950


Στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πλανήτης εξακολουθούσε να παραμένει χωρισμένος σε στρατόπεδα. Πολλές χώρες ανά τον κόσμο έδειχναν να αναρρώνουν ακόμα από τις πληγές των γενικευμένων συρράξεων, και έτσι όπως ήταν φυσικό, καμία δεν έδειχνε διατεθειμένη να αναλάβει τη διεξαγωγή ενός ποδοσφαιρικού τουρνουά. Οι προγραμματισμένες διοργανώσεις του 1942 και 1946 είχαν ασφαλώς ακυρωθεί, και ο κίνδυνος να μη συνεχιστεί ο θεσμός για μια επιπλέον 4ετία φάνταζε περισσότερο ορατός από ποτέ. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν έδειχναν να μπορούν να αναλάβουν το κόστος της διεξαγωγής, μια και όντας σε στάδιο ολικής ανοικοδόμησης, προτιμούσαν να μη σπαταλήσουν τα όποια κεφάλαια στην κατασκευή ποδοσφαιρικών σταδίων. Επιπλέον, στα μάτια όλων, έμοιαζε υποκριτικό να διεξαχθεί μια “γιορτή” δίπλα σε χαλάσματα. Έτσι, μοναδική υποψήφια ήταν η Βραζιλία, χώρα με ποδοσφαιρική παιδεία αλλά και υποδομές κατάλληλες να φιλοξενήσουν το τουρνουά. Αυτός θα ήταν και ο καλύτερος τρόπος για τη χώρα της σάμπα να γιορτάσει την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού καθεστώτος (συνέβη το 1946), έπειτα από χρόνια δικτατορία...

Οι απουσίες ήταν πολλές και φανταχτερές, όπως εκείνες της Αργεντινής, των πρωταγωνιστών παλαιότερων τουρνουά Τσεχοσλοβακίας και Ουγγαρίας, και των “ηττημένων” του πολέμου και ποδοσφαιρικά δυνατών, Αυστρίας και Γερμανίας. Τα άλλα καλόπαιδα της εποχής, οι Ιταλοί, δεν επρόκειτο να ταξιδέψουν στη Βραζιλία, αλλά η πίεση της FIFA ήταν τέτοια προκειμένου να μην πληγεί το κύρος του θεσμού, που έπεισε τελικά τους Πρωταθλητές κόσμου να επιβιβαστούν στο καράβι. Εικάζεται πως κάπου ανάμεσα στα παρακάλια έπεσαν και κάτι φακελάκια, όμως η πληροφορία παραμένει ανεξακρίβωτη. Σημαντική είδηση αποτελούσε η πρώτη παρουσία της Αγγλίας σε Παγκόσμιο Κύπελλο μαζί με τους γείτονες ξυλοκόπους Σκωτσέζους, με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία να έχει σπάσει τα καλούπια του πατριωτισμού και να έχει ενταχθεί στις χώρες-μέλη της FIFA μόλις 4 χρόνια νωρίτερα. Οι Άγγλοι, παρέα με τους διοργανωτές Βραζιλιάνους, προέβαλαν και ως τα δύο μεγάλα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.

Ένα τρόπαιο που θα κατέληγε στα χέρια της νικήτριας, έπειτα από ένα μάλλον άνισο (= ηλίθιο) σύστημα διεξαγωγής αγώνων. Οι 16 συμμετέχουσες εθνικές ομάδες θα σχημάτιζαν 4 ομίλους των 4, με την πρώτη στη βαθμολογία να παίρνει το εισιτήριο για την κατάρτιση ενός τελικού ομίλου (προφανώς πάλι των 4). Ο πρώτος από την τελική σειρά αγώνων αυτού του νέου ομίλου λοιπόν, θα έπαιρνε και το στέμμα του Πρωταθλητή Κόσμου (Panopti, εννοείται πως όλοι παίζουν με όλους στον εκάστοτε όμιλο). Το σύστημα αυτό έγινε ακόμα πιο ανούσιο, όταν λίγο πριν την έναρξη του τουρνουά είχαμε και πάλι ακυρώσεις. Την αρχή έκανε η Σκωτία, που σε μια κρίση υπερηφάνειας παρουσίασε ως αιτιολόγηση της αποχώρησης το γεγονός ότι δεν είχε τερματίσει πρώτη στο Νησί (σε εκείνο το περιβόητο British Home Championship που είχα αναφέρει προηγουμένως), ενώ ακολούθησε η Ινδία, για λόγο ακόμα καλύτερο κι από εκείνον που θα μπορούσε να σκεφτεί ο πλέον ευφάνταστος σεναριογράφος του πλανήτη: δε δέχτηκαν να παίξουν γιατί η FIFA δεν τους επέτρεψε να παίξουν ξυπόλητοι. Επίσης, αποχώρησε και η Τουρκία, αλλά οι Τούρκοι ήταν τόσο γαμάτοι που δεν έκατσαν να βρουν δικαιολογία. Απλά δεν.


Η σύσταση των ομίλων λοιπόν μπασταρδεύτηκε, και το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε 13 ομάδες, χωρισμένες σε 2 ομίλους των 4 (1ο γκρουπ: Βραζιλία, Γιουγκοσλαβία, Ελβετία, Μέχικο / 2ο γκρουπ: Ισπανία, Αγγλία, Χιλή, ΗΠΑ), ενός των 3 (Σουηδία, Ιταλία, Παραγουάη) και ενός των 2 (Ουραγουάη, Βολιβία). Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά? Γιατί αν κάποιος βρει το λόγο για τον οποίον δεν έφτιαξαν 3 ομίλους των 3 ομάδων και έναν με 4, κερδίζει μια θέση στην καρδιά μου. Από την άλλη όμως, αν δε συνέβαινε έτσι ανεξήγητα, δε θα βλέπαμε και το φαινόμενο να υφίσταται όμιλος ποδοσφαιρικού τουρνουά αποτελούμενος από 2 μονάχα ομάδες...  


Να μην τα πολυλογώ, μια και το ζουμί της ιστορίας αυτή τη φορά βρίσκεται ΟΛΟ στον τελικό, οι 4 ομάδες που προκρίθηκαν από τους αρχικούς ομίλους και θα διεκδικούσαν το τρόπαιο ήταν οι Ευρωπαίοι Σουηδοί και Ισπανοί, η διοργανώτρια Βραζιλία και η επαναστάτρια Ουραγουάη, η οποία επέστρεφε σε μουντιάλ για πρώτη φορά μετά την πρώτη διοργάνωση στη χώρα της, όπου και είχε πανηγυρίσει την πρώτη θέση. Μετά τον πρόωρο αποκλεισμό της μοναδικής ομάδας που απειλούσε τα σχέδια των Βραζιλιάνων, ήτοι της Αγγλίας, ολόκληρη η χώρα είχε βγει στους δρόμους να πανηγυρίζει πριν καλά-καλά αρχίσει ο τελικός όμιλος. Εκεί όπου η Βραζιλία βέβαια φρόντισε από νωρίς να δείξει τα δόντια της, φιλοδωρώντας με 7 γκολ τους Σουηδούς και άλλα 6 τους Ισπανούς στα 2 πρώτα παιχνίδια, πηγαίνοντας με τον αέρα του ακλόνητου φαβορί στο τελευταίο ματς με την Ουρουγουάη. Ματς που είχε αποκτήσει χαρακτήρα "τελικού", αφού και οι Ουραγουανοί με τη σειρά τους είχαν 1 νίκη και 1 ισοπαλία στο ενεργητικό τους και η βαθμολογία μέχρι εκείνο το παιχνίδι είχε διαμορφωθεί ως εξής:

(υπενθυμίζω πως το βαθμολογικό σύστημα τα παλιά τα χρόνια ήταν 2-1-0 και ουχί 3-1-0 όπως είναι σήμερα. Πιο συγκεκριμένα Πανόπτη: NIKH 2 βαθμοί, ΙΣΟΠΑΛΙΑ 1 βαθμός, ΗΤΤΑ 0 βαθμοί) 
  1. ΜΠΡΑΖΙΛ ΣΑΜΠΑ              4
  2. ΤΙΜΙΑ ΟΥΡΑΓΟΥΑΗ          3
  3. ΕΣΠΑΝΙΑ ΜΙ ΑΜΟΡ           0
  4. ΠΟΥ ΠΑΣ ΡΕ ΣΟΥΗΔΙΑ    0 

Και πάμε τώρα στον τελικό. Η Βραζιλία, όπως γίνεται αντιληπτό, πήγαινε για 2 αποτελέσματα, αφού τη βόλευε και η ισοπαλία. Η Ουραγουάη προσευχόταν στο Θεό να τη λυπηθεί και να μην έχει την τύχη των ΙσπανοΣουηδών, που είχαν βαρεθεί στα δύο προηγούμενα ματς να παίρνουν το δρόμο προς τη σέντρα. Ολόκληρο το έθνος είχε ξεχυθεί στους δρόμους περιμένοντας τη μεγάλη βραδιά και ο Τύπος ήταν σίγουρος για τη νίκη της Βραζιλίας, με τη μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας Gazeta Esportiva να αναφέρει στο εξώφυλλο “Αύριο κερδίζουμε την Ουρουγουάη”, ενώ μια άλλη είχε τις φωτογραφίες των ποδοσφαιριστών και από κάτω τη λεζάντα: ‘World Champions’. Όχι μόνο ο κόσμος του ποδοσφαίρου όμως, αλλά και οι πολιτικοί, φρόντισαν να πουλήσουν το τομάρι του αγριογούρουνου πριν καλά-καλά το σφάξουν, ω Μαζεστίξ. Χαρακτηριστική ήταν η προσφώνηση του δημάρχου του Ρίο που, θωπεύοντας τη μαύρη γαζέλα που είχε ξεμείνει στο πλάι του από το καρναβάλι, ξεκίνησε την ομιλία του αναφέροντας: “εσείς, οι σε λίγη ώρα πρωταθλητές κόσμου, κλπ κλπ”. Όλα έμοιαζαν έτοιμα για τη μεγάλη γιορτή και περισσότεροι των 200.000 θεατών είχαν στριμωχτεί στις εξέδρες του νεότευκτου Μαρακανά, του μεγαλύτερου σε χωρητικότητα σταδίου στον κόσμο μέχρι και σήμερα.

Το κλίμα ιδανικό, το πάρτι άναβε για τα καλά, και ολόκληρο το βραζιλιάνικο έθνος βρέθηκε πιο κοντά στο Θεό με την έναρξη του β‘ ημιχρόνου του τελικού. Το ρολόι έδειχνε το 47ο λεπτό της αναμέτρησης, όταν ο Φριάτσα έγινε ο μοναδικός μέχρι στιγμής Βραζιλιάνος που έχει εκπληρώσει το όνειρο κάθε ανθρώπινου όντος που γεννιέται στη χώρα της σάμπα (συμπεριλαμβανομένου και των γυναικών): να πετύχει γκολ υπέρ της εθνικής Βραζιλίας σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου μέσα στο Μαρακανά. 1-0 λοιπόν και οι Βραζιλιάνοι ισιώνουν τις γραβάτες τους για την απονομή. Αλοίμονο όμως...

Ο αρχηγός της Ουραγουάης Obdulio Varela παίρνει τη μπάλα από τα δίχτυα της ομάδας του. Βαδίζει με σταθερό βήμα προς το κέντρο του γηπέδου, και με ψηλά το κεφάλι φωνάζει προς τους συμπαίκτες του “Adriaaaaaaan” και φοράει κόκκινη κορδέλα στο κεφάλι- γυμνόστηθος εννοείται. Tα επίπεδα τεστοστερόνης των ποδοσφαιριστών της Celeste βαράνε κόκκινο, και σαν ορκισμένοι επαναστάτες εφορμούν προς την άλλη πλευρά. Επίθεση αυτοκτονίας, αλλά η Ουραγουανή ψυχή ξέρει από αυτά και δεν έχει τίποτα να χάσει. Απεναντίας, στο 66’, ο σταρ της ομάδας Σκιαφίνο παγώνει το γήπεδο όταν ισοφαρίζει με το σουτ που βλέπετε στην εικόνα αριστερά. Και εκεί που οι Βραζιλιάνοι φαίνεται πως συνέρχονται, ο Ghiggia βάζει κι αυτός το όνομα του σε μια από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές εκπλήξεις όλων των εποχών. Ο ίδιος θα δηλώσει μετά το ματς: “3 άνθρωποι έχουν καταφέρει να κάνουν το Μαρακανά να σιωπήσει με μια τους μόνο κίνηση. Ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο 2ος και εγώ”. Περισσότερα λόγια για την κατάσταση που επικρατούσε εντός γηπέδου μέχρι το τελικό σφύριγμα της αναμέτρησης είναι περιττά...

Εκτός γηπέδου, ωστόσο, υπήρξαν κάτι επιπλοκές. Σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής, με το άκουσμα της είδησης της επίτευξης του 2ου τέρματος της Ουραγουάης, 3 συμπατριώτες του Ghiggia, του Σκιαφίνο, του Βαρέλα και των άλλων παιδιών είδαν το υπόλοιπο του ματς από τον Παράδεισο, πλήρως ευτυχισμένοι. Απώλειες όμως είχαμε και στην αντίπαλη μεριά, όταν μια 58χρονη επίσης άφησε την τελευταία της πνοή στο τρανζιστοράκι. Εκείνη υποθέτω -να’ναι καλά εκεί όπου είναι- έφυγε χωρίς χαμόγελο...


Ο απόηχος του Μουντιάλ βρήκε τη Βραζιλία σε κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη στην οποία βρισκόταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος στον απόηχο του πολέμου: ερείπιο. Μαζικές αυτοκτονίες, παραιτήσεις δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών, και μια χώρα βυθισμένη στο κλάμμα. Κανένας εκ των ποδοσφαιριστών που συμμετείχαν σε εκείνο το ματς δεν ξαναφόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο, πολλοί απο αυτούς σταμάτησαν το ποδόσφαιρο, ενώ η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Βραζιλίας αποφάσισε να αλλάξει τα χρώματα της εμφάνισης από μπλε-άσπρο σε κίτρινο-πράσινο. Η βραδιά του τελικού και το κάζο από την "τσελέστε" έμεινε γνωστό στην ιστορία ως "Maracanazo", και οι ποδοσφαιριστές που οδήγησαν την Βραζιλία στην καλύτερη μέχρι τότε θέση της σε μουντιάλ, την δεύτερη, κυνηγήθηκαν ως ατιμασμένοι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, για όλους τους Βραζιλιάνους, εκείνο το απόγευμα η ζωή χωρίστηκε σε B.G. (before Ghiggia) και Α.G. (after Ghiggia). Η Ουραγουάη πρωταθλήτρια κόσμου για 2η φορά στην ιστορία της λοιπόν, και κλείνω την πρώτη μεγάλη μουντιαλική έκπληξη παραθέτοντας δυο πιασάρικα quotes που βρήκα:



“Survivors of that cruel afternoon believed they would never again be able to be happy...what happened on July 16, 1950 deserves a collective monument, like the Tomb of the Unknown Soldier.” (Carlos Heitor Cony- novelist)

”Everywhere has its irremediable national catastrophe, something like a Hiroshima. Our catastrophe, our Hiroshima, was the defeat by Uruguay in 1950.” (Nelson Rodrigues- playwright, novelist, journalist)





EΛΒΕΤΙΑ 1954

Το 1954 η παγκόσμια ποδοσφαιρική ομοσπονδία έκλεινε τα 50 της χρόνια. Καθότι λοιπόν από τότε έδρα της FIFA ήταν η Ζυρίχη, το 5ο μουντιάλ είχε αποφασιστεί να διεξαχθεί στη χώρα της Ελβετίας. Οι ομάδες που συμμετείχαν ήταν και πάλι 16, με μεγαλύτερες απουσίες αυτές της Αργεντινής, η οποία συνέχιζε να μποϋκοτάρει το Παγκόσμιο Κύπελλο (αυτή τη φορά μάλλον χωρίς λόγο), καθώς και εκείνες των “φιναλίστ” του προηγούμενου τουρνουά, Σουηδίας και Ισπανίας. Οι τελευταίοι μάλιστα είχαν πέσει θύμα έκπληξης στον προκριματικό όμιλο, όπου δεν κατάφεραν να καταβάλουν το εμπόδιο της Τουρκίας, με τους Τουρκαλάδες να αποτελούν τη μοναδική ομάδα μέχρι και σήμερα που κέρδισε τη συμμετοχή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο έπειτα από στρίψιμο νομίσματος (ήταν σε όλα ισόβαθμοι με τους Ισπανούς και η FIFA το έριξε στο τζόγο- την επιλογή στο head or tails για τους Ίβηρες την έκανα εγώ). Να αναφέρουμε ότι στους προκριματικούς αγώνες συμμετείχε και η Ελλάδα, που βέβαια είδε την πλάτη της Γιουγκοσλαβίας έπειτα από 2 ήττες (αμφότερες με 1-0), αν και η αντιπολεμική μας συνείδηση έμεινε καθαρή μια και κερδίσαμε 2 φορές τα καθίκια τους Ισραηλινούς.

Παρασκηνιακά δεν είχαμε κάτι το αξιομνημόνευτο, πέραν του ότι αποτέλεσε το πρώτο μουντιάλ που καλύφθηκε τηλεοπτικά. Το αγωνιστικό κομμάτι αντίθετα, παρουσίασε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Προτού όμως φτάσουμε εκεί, χρειάζονται λίγα λόγια για το πιο ηλίθιο σύστημα διεξαγωγής αγώνων που έχει σκεφτεί ποτέ ανθρώπινος νους. Ουσιαστικά ελάχιστη σημασία έχει, αλλά επειδή μου έσπασε τ’αρχίδια μέχρι να το καταλάβω διαβάζοντας το, είπα να σπάσω και τα δικά σας. Φαινομενικά λοιπόν ήταν όλα φυσιολογικά, μια και μιλάμε για 4 ομίλους των 4, από τους οποίους το εισιτήριο για την προημιτελική φάση παίρνουν οι 2 πρώτοι της βαθμολογίας. Με μια μικρή λεπτομέρεια ωστόσο: τα παιχνίδια που η κάθε ομάδα έδινε σε κάθε όμιλο ήταν δύο, και όχι τρία όπως υπαγορεύει η λογική. Πιο συγκεκριμένα, το τουρνουά έμοιαζε χωρισμένο σε “δυνατούς” και “αδύνατους”, όπως ισχύει και τώρα βάσει της ειδικής βαθμολογίας της FIFA ή UEFA. Οι 8 “δυνατοί” (Αυστρία, Βραζιλία, Αγγλία, Γαλλία, Ουγγαρία, Ιταλία, Τουρκία, Ουραγουάη) χωρίστηκαν σε τέσσερις δυάδες, και αποτέλεσαν τους επικεφαλείς των τεσσάρων ομίλων. Οι υπόλοιπες οκτώ ομάδες (Γιουγκοσλάβια, Μέχικο, Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Ελβετία, Βέλγιο κι οι πρωτάρες Σκωτία - Κορέα) πήραν τη θέση τους στον όμιλο έπειτα από κλήρωση. Οι δυο επικεφαλείς του κάθε ομίλου δεν θα αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο, παρά μόνο τις θεωρητικά “ασθενέστερες” αντιπάλους τους. Αντίστοιχα, οι δύο “αδύνατοι” δεν έπαιξαν μεταξύ τους, αλλά μόνο ενάντια στα μεγαθήρια (είπαμε, τα κλισέ είναι η τροφή του αθλητικογράφου). Αυτά για τα γραφειοκρατικά.

Εντός γηπέδων (και όχι μόνο, όπως θα διαπιστώσετε σε λίγο), οι συγκινήσεις ήταν μεγάλες. Το μουντιάλ της Ελβετίας παραμένει έως σήμερα το πιο “παραγωγικό” από πλευράς επίτευξης τερμάτων ανά αγώνα, με το μέσο όρο να αγγίζει το 5.38 σε κάθε ματς (140 γκολ σε 26 αγώνες), επίδοση που δύσκολα θα καταρριφθεί ποτέ. Φαβορί για τον τίτλο προέβαλαν οι δύο πιο φαντεζί ομάδες της εποχής, Ουγγαρία και Βραζιλία, και σε δεύτερη μοίρα οι Άγγλοι, που μάλλον δεν τους είχε δει κανείς να παίζουν γιατί παντού σα φαβορί παρουσιάζονταν αλλά στο τέλος ήταν απ'τους πρώτους που γυρνούσαν στις γυναίκες τους.

 

Στη φάση των ομίλων, εκτός από τα αστρονομικά σκορ (τα οποία συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του τουρνουά) δεν είχαμε κάποια κραυγαλέα έκπληξη. Στα προημιτελικά ωστόσο άρχισε η μάχη. Η κληρωτίδα έβγαλε το ζευγάρι που όλοι περίμεναν να θαυμάσουν τον τελικό: Brazil απέναντι στην Ουγγαρία, και ο ποδοσφαιρικός κόσμος έβαλε τα καλά του για να απολαύσει το πολλά υποσχόμενο θέαμα. Η μπάλα όμως ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι πόρνη, και έτσι αντί για φαντασμαγορικό θέαμα, οι 60.000 θεατές του σταδίου της ελβετικής πρωτεύουσας έγιναν μάρτυρες ενός ματς που περιγράφεται μέχρι σήμερα ως το πιο βίαιο, βρώμικο και δυνατό ποδοσφαιρικό παιχνίδι που έχει διεξαχθεί ποτέ σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Έχει μείνει μάλιστα στην ιστορία ως “Η Μάχη της Βέρνης” (Βattle of Bern), χάριν ενός αρθρογράφου των Times, ο οποίος επίσης έγραψε: “ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί τόσο απάνθρωπα και βάναυσα τάκλιν”. Δύο από τις καλύτερες τεχνικά ομάδες που έχουν υπάρξει επί γης συναντιούνται για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο, με τις προσδοκίες για επικείμενο ‘ματς του αιώνα’ να έχουν φτάσει στο κατακόρυφο λίγο πριν την έναρξη του αγώνα. Αντ’ αυτού, Βραζιλιάνοι και Μαγυάροι προσφέρουν μόνο άγριο και αυθεντικό ξύλο. Και κάπου εκεί το βουλώνουν όσοι τολμούν να αμφισβητήσουν το ποδόσφαιρο ως ‘βασιλιά των σπορ’...

Φυσικά και θα επεκταθώ στη Μάχη της Βέρνης, αφού πρώτα αναφέρω πως οι Ούγγροι, κατά πολλούς η μεγαλύτερη ομάδα όλων των εποχών, ξεκινούσαν εκείνο το παιχνίδι χωρίς τον αρχηγό τους και “μυαλό” της ενδεκάδας, Φέρεντς Πούσκας. Ο Πούσκας είχε τραυματιστεί στη φάση των ομίλων κόντρα στη Δυτική Γερμανία, όταν ένας βρωμιάρης αμυντικός ονόματι Βέρνερ Λίεμπριχ έπεσε πάνω του μάλλον εσκεμμένα (εκείνη τη στιγμή το σκορ ήταν 6-1...) και τον ανάγκασε να παρακολουθήσει τα δύο επόμενα παιχνίδια από τον πάγκο. Σημαντική απουσία λοιπόν, ωστόσο οι Ούγγροι βρήκαν άμεσα λύσεις και μόλις στο 8ο λεπτό προηγούνταν με 2-0. Ε, και κάπου εκεί, το ματς έγινε μπουρδέλο. Η όποια τακτική είχαν καταστρώσει να ακολουθήσουν αμφότερες οι ομάδες έμεινε στα χαρτιά, με τους μεν Βραζιλιάνους να βγαίνουν μαζικά στην επίθεση με ανορθόδοξο τρόπο και τους Ούγγρους να απαντούν στις επιθέσεις με σκληρή άμυνα, μόνο και μόνο για να έρθουν αντιμέτωποι με εξίσου σκληρά μαρκαρίσματα από πλευράς σελεσάο όταν επιχειρούσαν να αντεπιτεθούν. Το παιχνίδι είχε αποκτήσει άγρια ομορφιά (δώσε μου κι άλλα κλισέ...), που έγινε ακόμα πιο άγρια μετά το 16’, όταν και η Βραζιλία μείωσε το σκορ με μπενάλντι που αμφισβητήθηκε. Με τη συμπλήρωση της πρώτης ώρας παιχνιδιού τα πνεύματα έδειξαν να ηρεμούν καθώς οι Μαγυάροι ανέκτησαν τη διαφορά των δύο τερμάτων, όμως 5 λεπτά αργότερα οι Λατινοαμερικάνοι ξαναμπήκαν στο παιχνίδι και το γήπεδο μετατράπηκε σε ρινγκ...

Το γκολ του Ζουλίνιο στο 65’ αμφισβητήθηκε έντονα από την ουγγρική ομάδα, και κάπου εκεί έπεσαν τα όποια προσχήματα και άρχισε το γνήσιο ξύλο. Αποτέλεσμα? Από μία αποβολή για κάθε ομάδα, και μαρκάς διαρκείας διακοπή του αγώνα. Όταν το κουβάρι ματωμένων παιχτών ξετιλύχθηκε για να συνεχιστεί το τελευταίο 25λεπτο, οι αγκαλίτσες συνεχίστηκαν εντός αγωνιστικού χώρου προτού φτάσουμε και σε 2η γενικευμένη σύρραξη: ήταν λίγα λεπτά μετά την επίτευξη του 4ου γκολ για την Ουγγαρία, όταν ο Βραζιλιάνος Humberto δεν άντεξε άλλο και κλώτσησε εν ψυχρώ τον μετέπειτα Πρωταθλητή Ελλάδας ως προπονητή του μΠΑΟΚ, Γκούλα Λόραντ. Το μυαλό μου φαντάζει αρκετά μικρό ώστε να χωρέσει τις σκηνές που εκτυλίχθηκαν μετά, αλλά κάποιες θεωρίες φέρουν τον θύτη Humberto να κάθεται γονατιστός στα πόδια του διαιτητή κλαίγοντας για να μην αποβληθεί (ασφαλώς την έφαγε την κόκκινη), και άλλες τον τραυματία Πούσκας να πετάγεται κάποια στιγμή από το πουθενά της εξέδρας και να πετάει με μίσος γυάλινο μπουκάλι στον Βραζιλιάνο Πινέιρο. Σκηνικό πολέμου λοιπόν, το οποίο ωστόσο μοιάζει με κρουαζιέρα αγάπης σε βενετική γόνδολα αν το συγκρίνουμε με τα όσα επακολούθησαν του σφυρίγματος της λήξης από τον φοβισμένο -όπως ο ίδιος δήλωσε- Άγγλο διαιτητή Άρθουρ Έλλις...

Ποδοσφαιριστές, αναπληρωματικοί, προπονητές, τεχνικά επιτελεία, φωτογράφοι (!) αλλά και φίλαθλοι των δύο ομάδων μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο και άρχισαν τις φιλοφρονήσεις, με τους αποκλεισμένους Βραζιλιάνους να ξεσπούν την οργή τους πάνω σε κάθε ψυχή ζώσα.
Το καλύτερο όλων όμως? Οι ποδοσφαιριστές Βραζιλιάνοι αποχώρησαν νωρίτερα από τον αγωνιστικό χώρο και κατευθύνθηκαν τρέχοντας προς τη φυσούνα. Εκέι, έσπασαν μία προς μία τις λάμπες που οδηγούσαν στα αποδυτήρια της ουγγρικής ομάδας, και τους έστησαν ενέδρα στο σκοτάδι. Σπασμένα μπουκάλια, παπούτσια και γυμνές γροθιές αποτέλεσαν τα όπλα μιας μάχης που κανείς δεν είδε, αρκετοί άκουσαν, και πάρα πολλοί μνημονεύουν μέχρι και σήμερα. Τελικός απολογισμός: σκισμένα ρούχα, μελανιασμένα σώματα, παραμορφωμένα πρόσωπα, ένας Μαγυάρος ποδοσφαιριστής αναίσθητος στο νοσοκομείο και ο προπονητής της ομάδας Γκουστάβ Σέμπες με 4 ράμματα από κόψιμο μπουκαλιού. Ουγγαρία- Βραζιλία 4-2, οι ηττημένοι Βραζιλιάνοι νικητές στο ξύλο, αλλά η Ουγγαρία είχε κερδίσει τον πρώτο από τους 3 τελικούς που θα έδινε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας...


Και λέω τρεις τελικούς, διότι στην ημιτελική φάση τέθηκε αντιμέτωπη με την αήττητη μέχρι τότε σε μουντιάλ, Ουρουγουάη. Η ομάδα-έκπληξη του προηγούμενη τουρνουά είχε αποκλείσει νωρίτερα την Αγγλία με 4-2, και φιλοδοξούσε να κρατήσει τα σκήπτρα απέναντι στους “λαβωμένους” (αν θέλετε και χωρίς εισαγωγικά...) Ούγγρους. Ακόμα ένα σπουδαίο παιχνίδι, στο οποίο όμως οι Μαγυάροι αποφάσισαν να παίξουν μπάλα, και, αν και κουρασμένοι, επιβλήθηκαν με το ίδιο σκορ (4-2) στην παράταση. Στον τελικό θα αντιμετώπιζαν τη Δυτική Γερμανία, η οποία στον έτερο ημιτελικό πέρασε το εμπόδιο των άλλων πρώην SS (Αυστριακών) με το επιβλητικό 6-1.

Για δεύτερο συνεχόμενο τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου είχαμε ένα ακλόνητο φαβορί (Ουγγαρία) και ένα μεγάλο αουτσάιντερ (Δ.Γερμανία). Όπως και τέσσερα χρόνια νωρίτερα στο Μαρακανά ωστόσο, η Ιστορία σα φάρσα έμελε να επαναληφθεί. Οι Γερμανοί, μαζεύοντας τα συντρίμμια τους μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν μέχρι στιγμής παρουσιάσει μια αξιοπρεπή ποδοσφαιρική ομάδα, η παρουσία της οποίας στην προημιτελική φάση και μόνο συνιστούσε έκπληξη. Η Ουγγαρία από την άλλη εντυπωσίαζε διαρκώς με τις εμφανίσεις της. Χαρακτηρισμοί όπως “Golden Team” και “The Magical Magyars” συνόδευαν την ομάδα, η οποία εισήγαγε στον ποδοσφαιρικό χάρτη τον όρο ‘ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο’ και χωρίς την παραμικρή δόση υπερβολής, παρουσιαζόταν ως εκείνη που ανακάλυψε εκ νέου το ποδόσφαιρο, φέρνοντας το ξανά στο προσκήνιο μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Το “total football” ήταν η τακτική που υιοθετήθηκε αργότερα από πολλές ομάδες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη μεγάλη Ολλανδία του Κρόιφ αρκετά χρόνια αργότερα, αλλά και τη Βραζιλία, που (με περισσότερο επιθετικό προσανατολισμό) έγινε λίγο μετά η κυρίαρχη δύναμη του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. 

Παρ’όλα αυτά, εκείνη η τεράστια ομάδα δεν κατέκτησε ποτέ τον τίτλο του Πρωταθλητή κόσμου. Υπεύθυνη μιας από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές αδικίες όλων των εποχών ήταν η Δυτική Γερμανία. Οι δύο ομάδες είχαν τεθεί αντιμέτωπες νωρίτερα στο τουρνουά, στη φάση των ομίλων, όπου οι Μαγυάροι έκαναν πλάκα επικρατώντας με 8-3. Ο τελικός όμως είναι πάντα τελικός... Διεξήχθη στις 4 Ιουλίου και πάλι στην ελβετική πρωτεύουσα και έμεινε στην ιστορία ως το “Θαύμα της Βέρνης”, συνιστώντας μεγαλύτερη έκπληξη κι από εκείνη της νίκης της Ουραγουάης μέσα στο Μαρακανά (έστω κι αν αυτή τη φορά δεν είχαμε νεκρούς παρά μόνο κλάμματα). Πριν από λίγα χρόνια μάλιστα έγινε και ταινία με τον ίδιο τίτλο, την οποία πάραυτα αρνούμαι να δω. Το παιχνίδι είχε ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς για τους Δυτικογερμαναράδες, όχι μόνο γιατί ο Φέρεντς Πούσκας -μολονότι στην ενδεκάδα- δεν ήταν ακόμα πλήρως έτοιμος να αγωνιστεί. Οι φήμες λένε ότι το ηθικό τους τονώθηκε ιδιαίτερα όταν άρχισε να βρέχει, γιατί ο αρχηγός τους και καλύτερος παίχτης Φριτς Βάλτερ, έπαιζε καλύτερα με βροχή. Για κάποιο περίεργο λόγο λοιπόν βοήθησε ο Θεός, αλλά λίγο φαίνεται πως βοήθησε κι ο διαιτητής, αφού άπαντες πλην των Γερμανών εξακολουθούν να εγείρουν ενστάσεις για την εγκυρότητα κάποιων αποφάσεων. Πιο συγκεκριμένα, για την κατακύρωση του 2ου γκολ των πάντσερ, αλλά και την ακύρωση ενός γκολ του Πούσκας 3 λεπτά πριν τη λήξη της αναμέτρησης. Κάποιες άλλες κακές γλώσσες αναφέρουν κατηγορίες για ντοπέ Γερμανούς, με τις φωνές να πληθαίνουν μετά και το 2004 όταν σε ντοκιμαντέρ του γερμανικού καναλιού ZDF αποκαλύφθηκε πως στο ημίχρονο του αγώνα χορηγήθηκε στους Γερμανούς ενεσούλα από εργαστήρια της Σοβιετικής Ένωσης. Το σκάνδαλο ωστόσο ουδέποτε αποκαλύφθηκε, διότι εκείνη τη μέρα έβρεχε και έτσι το χαμογελάκι του μαντού στο μπράτσο όσων έκαναν ένεση έσβησε πολύ γρήγορα.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά μικρή σημασία έχουν, μια και η Ιστορία έγραψε Δ.Γερμανία - Ουγγαρία 3-2. Εκείνη η βραδιά αποτελεί την ομορφότερη αθλητικά ιστορία για ένα Γερμανό, και μετά από αυτό η Γερμανία άρχισε να βγαίνει σιγά-σιγά από το καβούκι της και να γίνεται η ποδοσφαιρική δύναμη που όλοι σήμερα ξέρουμε (και μισούμε). Η Ουγγαρία αντίθετα, βυθίστηκε στο σκοτάδι, και έκτοτε παραμένει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μη μπορώντας να σηκώσει κεφάλι. Και κάπως έτσι αποδεικνύεται πώς μια απλή ποδοσφαιρική βραδιά κρίνει τις εξελίξεις 50 χρόνων αργότερα, εξυψώνοντας ή ρίχνοντας στα τάρταρα το κύρος ενός ολόκληρου λαού.
Mes que un sport αδέρφια...


ps: Υπερβάλω λίγο, καθώς σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη διάλυση της άλλοτε κραταιάς ομάδας της Ουγγαρίας φέρουν και οι πολιτικές εξελίξεις των επόμενων χρόνων. Πιο συγκεκριμένα, δύο χρόνια αργότερα η επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος στη χώρα οδήγησε τους ποδοσφαιρικούς αστέρες στην αυτομόληση, βρίσκοντας “καταφύγιο” κυρίως στην Ισπανία. Παρ’όλα αυτά, η κάθετη πτώση είχε αρχίσει από εκείνη τη βραδιά...




 ΣΟΥΗΔΙΑ 1958

Η διοργάνωση του 1958 ανατέθηκε στους Σουηδούς για δύο βασικούς λόγους. Από τη μία, οι Σκανδιναβοί είχαν παραιτηθεί της προσπάθειας ανάληψης της διοργάνωσης 4 χρόνια νωρίτερα, προκειμένου η μπίλια να πέσει στους Ελβετούς και να κόψει η FIFA τη γένεθλια τούρτα στο σπίτι της. Από την άλλη, καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος είχε εισβάλει για τα καλά στη ζωή του πλανήτη, η Σουηδία κρίθηκε ως ένα ουδέτερο έδαφος, που δεν θα προκαλούσε αντιδράσεις. Και σε εκείνο το έδαφος ήταν που ολόκληρος ο κόσμος (η τηλεοπτική κάλυψη ήταν πλήρης για πρώτη φορά) θαύμασε τη γέννηση μιας τεράστιας ποδοσφαιρικής δύναμης: της Βραζιλίας. Ok, και ενός από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, του Πελέ, αλλά τέλος πάντων...


Το σύστημα διεξαγωγής για πρώτη φορά απέκτησε εκλογικευμένη και κατανοητή μορφή, με 4 ομίλους των τεσσάρων ομάδων που μετά περνούσαν στα προημιτελικά κ.ο.κ. Για να χωριστούν όμως οι ομάδες είχαν αρχικά υπάρξει προκριματικοί αγώνες, θύματα των οποίων έπεσαν η Ιταλία κι η Ουρουγουάη. Για πρώτη φορά συμμετείχε η υπολογίσιμη (αν και ακόμα στο στάδιο του χτισίματος της μεγάλης ομάδας) Σοβιετική Ένωση, ενώ ήταν και η μοναδική διοργάνωση στην οποία έλαβαν μέρος και οι 4 χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας: Αγγλία, Σκωτία, Β.Ιρλανδία και Ουαλία (στην πρώτη και τελευταία παρουσία της). Nα σημειωθεί πως το αγγλικό ποδόσφαιρο είχε βιώσει λίγους μήνες νωρίτερα μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του λόγω του αεροπορικού δυστυχήματος του Μονάχου, το οποίο κόστισε τη ζωή σε πολλά μέλη της αποστολής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ - μεταξύ των οποίων και τρεις διεθνείς. Πριν την κλήρωση ο ποδοσφαιρικός πλανήτης είχε χωριστεί σε τέσσερις κατηγορίες βάσει γεωγραφικών κριτηρίων και έτσι είχαμε τους τυχερούς της φλώρικης Δυτικής Ευρώπης (Σουηδία, Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία), τα αλάνια και κομμουνιστές από την Ανατολική μεριά της Γηραιάς Ηπείρου (ΕΣΣΔ, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλάβια), τους 4 εκπροσώπους από το Νησί και τέλος τις λάτιν, εξωτικές παρουσίες της Βραζιλίας, Αργεντίνης, Παραγουάης και Μεξικού.


Στο αγωνιστικό σκέλος του τουρνουά, οι παραδοσιακά μεγάλες δυνάμεις της εποχής είχαν παρουσιαστεί λαβωμένες, καθεμία για τους δικούς της λόγους. Η Αγγλία δεν είχε συνέλθει από το σοκ του αεροπορικού συμβάντος και κατέβηκε δίχως ιδιαίτερες αξιώσεις, η Ουγγαρία είχε στις τάξεις της μόλις 3 ποδοσφαιριστές από την θρυλική "aranycsapat" (= golden team στα μαγυάρικα, ζωγραφίζω ο πούστης...) αφού οι περισσότεροι είχαν φύγει από την -κομμουνιστική πλέον- χώρα, ενώ η Αργεντινή δεν είχε στην αποστολή το αποκαλούμενο “τρίο του θανάτου” (Μάσκιο-Αντζελίλο-Σίβορι). Και οι 3 αποχαιρέτησαν το τρόπαιο από την πρώτη φάση, με τους Αργεντίνους να αποδεικνύουν τον ευγενικό τους χαρακτήρα υποδεχόμενοι τους ποδοσφαιριστές τους στο αεροδρόμιο με σάπιες ντομάτες (κυριολεκτικά). Τον τίτλο του φαβορί αυτή τη φορά έφεραν οι Πρωταθλητές κόσμου Γερμανοί που συνέχιζαν την ανοδική πορεία τους, οι Γάλλοι που παρουσίαζαν καλό σύνολο, μα πάνω απ'όλα η Βραζιλία, την οποία όλοι περίμεναν να δουν στους τηλεποτικούς δέκτες για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι τις φημισμένες ποδοσφαιρικές αρετές της. Και οι σελεσάο τους αντάμειψε με τον πλέον εμφατικό τρόπο...

Από τη μία πλευρά του ταμπλό των οκτώ της προημιτελικής φάσης, οι διοργανωτές Σουηδοί έκαναν τη μίνι-έκπληξη αποκλείοντας Σοβιετικούς και ΔυτικοΓερμανούς, φτάνονας έτσι στον τελικό. Εκεί θα αντιμετώπιζαν τη Βραζιλία, η οποία όμως έπρεπε πρώτα να περάσει το εμπόδιο των δυνατών Γάλλων. Οι πουρκουάδες είχαν ακολουθήσει εξαιρετική πορεία ως την ημιτελική φάση, χάριν κυρίως στη συνεργασία των Ρεϊμόν Κοπά και Ζιστ Φοντέν. Ο Φοντέν, αν και δεν υπολογιζόταν στο αρχικό σχήμα και μπήκε στην ενδεκάδα από την “πίσω πόρτα” όταν τραυματίστηκε ο βασικός επιθετικός, κατάφερε να οδηγήσει την ομάδα του ένα βήμα πριν το τρόπαιο. Μπορεί να μην είχε πάρει μαζί του παπούτσια και να αναγκάστηκε να φορέσει το 2ο ζευγάρι ενός συμπαίκτη του, ωστόσο σημείωσε 13 γκολ συνολικά στο τουρνουά, ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο μέχρι σήμερα (εκτός αν το σπάσει φέτος το παπάκι του Μήτρογλου). Ό,τι κι αν έκανε όμως φάνηκε ελάχιστο απέναντι στη Σελεσάο.

Με εξαίρεση την αναμέτρηση στη φάση των ομίλων κόντρα στην Αγγλία (το πρώτο παιχνίδι που έληγε μεδέν-μεδέν σε Παγκόσμιο Κύπελλο), οι Βραζιλιάνοι ήταν εντυπωσιακοί σε όλη την υπόλοιπη διοργάνωση. Διαθέτοντας ποδοσφαιριστές όπως ο Γκαρίντσα, ο Βαβά, ο εξαιρετικός Ντιντί στο χώρο του κέντρο, ο Ζαγκάλο, ένας ακραίος μπακ ονόματι Σάντος (είναι ο μοναδικός που έχει σκοράρει με το νούμερο 2 στη φανέλα της σελεσάο) και ασφαλώς ο 17χρονος τότε Πελέ, είχε αναγκάσει πολλούς από τους αντιπάλους της να υποκλιθούν. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του αρχηγού της ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης, Ίγκορ Νέτο, ο οποίος μάλλον βαρέθηκε να προσπαθεί να κόψει τον Γκαρίντσα (η εμφάνιση του σε εκείνο το παιχνίδι χαρακτηρίζεται ως τουλάχιστον μαγική) και απηυδησμένος είπε: “Αυτό δεν είναι ποδόσφαιρο. Θα πρέπει να βρεθεί νέα λέξη για αυτό το πράγμα”. Και κάπου εκεί, έπνιξε τον καημό του στη βότκα... Περιττό να πω πως αν λίγο νωρίτερα είχε δώσει κάνα ποτηράκι στον αλκοολικό Γκαρίντσα, μπορεί η ιστορία να είχε γραφτεί με αλλιώτικο τρόπο.

Η ανωτερότητα των Βραζιλιάνων πάντως ήταν εμφανής και στο ματς με τους Γάλλους, όπου
επικράτησαν με 5-2.  Ο Πελέ, μολονότι “άσφαιρος” στη φάση των ομίλων, σημείωσε χατ-τρικ στο εν λόγω ματς. Να πούμε πως το μαύρο λαμόγ.. εε, συγγνώμη, το μαύρο διαμάντι δεν είχε σκοράρει στα παιχνίδια των ομίλων, αλλά στα 3 που ακολούθησαν φρόντισε να στείλει τη μπάλα 6 φορές στο πλεχτό και άρχισε να χτίζει το μύθο του. Έγινε μάλιστα ο νεότερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του μουντιάλ που χρίζεται σκόρερ (στα προημιτελικά εναντίον της Ουαλίας πέτυχε το μοναδικό τέρμα των Βραζιλιάνων- εκείνη τη μέρα ήταν 17 ετών 7 μηνών και 27 ημερών). Ρεκόρ που κρατά ως τις μέρες μας, αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν ενδεχομένως να μην είχε επιτευχθεί ποτέ, μια και η συμμετοχή του νεαρού επιθετικού της Σάντος, Έντσον Αράντο ντο Νασιμέντο (ο Πελέ είναι, Πανόπτη) είχε γίνει δεκτή μάλλον με χλευασμό από σάμπα μεριά. Όλοι περίμεναν να δουν στη θέση του τον επιθετικό της Κορίνθιας, Λουιζίνιο, γι’αυτό και ένας συμπαίκτης του τελευταίου ονόματι Κλεμέντε φρόντισε να ρίξει μια γερή κλωτσιά στο νεαρό Πελέ, κατά τη διάρκεια φιλικού παιχνιδιού. Ο Πελέ τραυμαστίστηκε σοβαρά, αλλά το σκυλί σηκώθηκε και δεν έχασε τελικά το τουρνουά, για να δικαιώσει πανηγυρικά λίγο αργότερα τον προπονητή του, Βισέντε Φέολα.

Αφού ξεπέρασε το γαλλικό κίνδυνο, και μαθημένη από το κάζο του 1950 με την Ουραγουάη, η Σελεσάο παρουσιάστηκε αρκετά σοβαρή στον τελικό και κατέκτησε για πρώτη φορά φορά στην ιστορία της το τρόπαιο του Πρωταθλητή Κόσμου. Γκαρίντσα, Βαβά και Πελέ (οι δύο τελευταίοι πέτυχαν από 2 γκολ) έκαναν τα δικά τους και οδήγησαν στη νίκη με 5-2, με το πρώτο γκολ του Πελέ μάλιστα να μένει ως ένα από τα highlights του θεσμού (βλ.video). Ήταν η επισφράγιση ενός μύθου λοιπόν, με τη Βραζιλία να χτίζει τα θεμέλια της μετέπειτα ποδοσφαιρικής της κυριαρχίας και να αποθεώνεται από όλο τον κόσμο. Τέτοια μπάλα ξανάδαμε μόνο από τη ΑΕΚ του Μπάγιεβιτς.



3 σχόλια:

  1. Η Ονδούρα θα με σώσει. Όσο για το τέλειο και γρήγορο άρθρο σου. Πρώτος σκόρερ όλων των εποχών είναι ο ΧοντροRonaldo με 15 και δεύτερος ο Muller με 14. Δεν ισχύει ακόμα το 13. Σε έπιασα μπαγάσα. Χαχαχαχα. Πως σου φαίνεται η φανέλα της Γερμανίας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μάθε να διαβάζετε κύριε administrator. Ποτέ δεν έγραψα για τον πρώτο σκόρερ όλων των εποχών σε μουντιάλ, αλλά για εκείνον που σημείωσε τα περισσότερα γκολ σε ΕΝΑ τουρνουά. Και αυτός παραμένει ο Ζιστ Φοντέν.

    Το νούμερο 3 που σου παρήγγειλα για τη φανέλα της εθνικής ΗΠΑ είναι οκ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Sorry. Παραδέχομαι την ήττα μου co-administrator.

    ΑπάντησηΔιαγραφή